πεντώγκιον Save LSJ Bailly 2024 πεντ-ώγκιον, τό, = πενταούγκιον, prob. in Epich. 9. πεντ·ώγκιον, ου (τὸ) de cinq onces, Epich. (Poll. 9, 82). Étym. π. οὐγκία.