Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
περίοιστος
περίοιστος, mobile
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
περιοδίζω
περιοδικός
περιοδικῶς
περιόδιον
περιοδοιπορέω
περιοδονίκης
περίοδος
περιοδυνάομαι
περιοδυνάω
περιοδυνέω
περιόδυνος
περιοδώδης
περίοιδα
περιοιδαίνω
περιοιδάω
περιοιδέω
περιοικέω
περιοίκημα
περιοικία
περιοικίζω
περιοίκιον
περιοικίς
περιοικοδομέω
περιοικοδόμημα
περιοικοδόμησις
περιοικοδομία
περιοικονομέω
περίοικος
περιοιστέος
περιοιστικός
περίοιστος
περιοίσω
περιοιχνέω
περιοίχομαι
περιοκέλλω
περιοκωχή
περιολισθαίνω
περιολισθάνω
περιολίσθησις
περιολκή
περιόλλυμι
περιομματοποιός
περιομφακοειδής
περιομφακώδης
περιονυχίζω
περιοπάζω
περιοπτέος
περίοπτος
περιόπτως
περιόρασις
περιορατέον
περιοράω
περιοργής
περιοργίζομαι
περιοργυιόομαι
περιοργυιόω
περιοργῶς
περιόρθριος
περίορθρον
περίορθρος
περιόρια
…
περίοιστος
Save
περίοιστος, mobile
LSJ
περίοιστ-ος, ον,
mobile,
of warengines,
IG
2(2).468.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}