Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
περιοδώδης
περιοδώδης, recurrent
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
περιξέω
περιξηραίνομαι
περιξηραίνω
περίξηρος
περιξυράω
περιξυρέω
περίξυσις
περίξυσμα
περιξυστήρ
περιξύστης
περιξύω
περίογκος
περιοδεία
περιοδεύσιμος
περιόδευσις
περιοδευτής
περιοδευτικός
περιοδεύω
περιοδία
περιοδίζω
περιοδικός
περιοδικῶς
περιόδιον
περιοδοιπορέω
περιοδονίκης
περίοδος
περιοδυνάομαι
περιοδυνάω
περιοδυνέω
περιόδυνος
περιοδώδης
περίοιδα
περιοιδαίνω
περιοιδάω
περιοιδέω
περιοικέω
περιοίκημα
περιοικία
περιοικίζω
περιοίκιον
περιοικίς
περιοικοδομέω
περιοικοδόμημα
περιοικοδόμησις
περιοικοδομία
περιοικονομέω
περίοικος
περιοιστέος
περιοιστικός
περίοιστος
περιοίσω
περιοιχνέω
περιοίχομαι
περιοκέλλω
περιοκωχή
περιολισθαίνω
περιολισθάνω
περιολίσθησις
περιολκή
περιόλλυμι
περιομματοποιός
…
περιοδώδης
Save
περιοδώδης, recurrent
LSJ
περιοδώδης, ες,
recurrent,
Anon.Rhythm.
Oxy.
9 iii 20.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}