περιδεσμεύω
περιδεσμεύω, tie round
περιδεσ-μεύω,
- tie round, Sch. Ar. Ec. 118, 319 (Pass.):—also περιδεσμέω, Gp. 17.19.3, Sch. Opp. H. 2.34:—Pass., Zos.Alch. p.233 B.
περιδεσμεύω, = περιδεσμέω, Schol. Ar. Eccl. 118.