περιδινής
περιδινής, whirled round
περιδῑν-ής, ές,
- circular, κύρτος AP 6.23.
περιδινής, ής, ές [δῑ] tournoyant, Anth. 6, 23.
Étym. περιδινέω.
περιδινής, [δῑ], ές, im Kreise herumgedreht, κύρτος, Ep.adesp. 128 (VI.23).
περιδινής
from περιδῑνέω
περι-δῑνής, ές
- whirled round, Anth.