περιουσιαστικός
περιουσιαστικός, full in treatment
περιουσι-αστικός, ή, όν,
- full in treatment, of a treatise, Apollon.Perg. Con. 1 Praef. (Comp.).
- 2 Astrol., of influences, bringing wealth, Ptol. Tetr. 158.
- 3 superfluous, Ammon. in APr. 37.9.
περιουσιαστικός, ή, όν, qui a du superflu, Ptol. Tetr. 158.
Étym. περιουσιάζω.
περιουσιαστικός, ή, όν, zur περιουσία gehörig, Sp.