Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
περιοχεύς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
περιοργῶς
περιόρθριος
περίορθρον
περίορθρος
περιόρια
περιορίζω
περιόρισις
περιόρισμα
περιορισμός
περιοριστέος
περιοριστικός
περιόριστος
περιορμέω
περιορμίζω
περίορος
περιορύσσω
περιορύττω
περιορχέομαι
περίοσμος
περιόστεος
περιοσφραίνομαι
περιουργός
περιουσία
περιουσιάζω
περιουσιασμός
περιουσιαστικός
περιούσιος
περιοφθάλμιος
περιόφθαλμος
περιοχέομαι
περιοχεύς
περιοχέω
περιοχή
περίοχος
περιοψία
περιπάγνυμι
περιπάθεια
περιπαθέω
περιπαθής
περιπάθησις
περιπαθῶς
περιπαιφάσσω
περιπαίω
περιπάλαξις
περιπαλάσσομαι
περιπάλλομαι
περιπάλλω
περίπαμπαν
περιπάμπαν
περιπαμφανάω
περιπαμφανόωσα
περιπαπταίνω
περιπάσσω
περίπαστος
περιπατέω
περιπατήματα
περιπάτησις
περιπατητής
περιπατητικός
περίπατος
περιπάττω
…
περιοχεύς
Save
Bailly 2024
περιοχεύς,
έως
(
ὁ
) ce qui sert à accrocher,
Phil. byz.
Bel.
70
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}