περιστρώννυμι
περιστρώννῡμι, aor. -έστρωσα,
- = περιστορέννυμι, [δίφρους] ἱματίοις Duris 49 J., cf. Aq., Thd. Pr. 7.16.
περι·στρώννυμι, étendre autour, Ath. 18a ; Nonn. D. 37, 590.
περιστρώννυμι, (στρώννυμι) = περιστορέννυμι, Nonn. D. 18.81 u. a.Sp.