About Report a problem

Menu

πευκάλιμος

πευκάλιμος, in wise, prudent, sagacious

πευκάλῐμος [ᾰ], η, ον,
  • Ep. word used by Hom. only in phrase φρεσὶ πευκαλίμῃσι Il. 8.366, 14.165, 15.81, 20.35; μετὰ φρεσὶ π. Hes. Fr. 170; πραπίδεσσιν ἀρηρότα πευκαλίμῃσιν Orac. ap. D.L. 1.30; πευκαλίμοις μήδεσι IG 4.787 (Troezen); πευκαλίμας ἀχέων φρένας Q.S. 10.388. (πευκαλίμῃσι expld. by πυκναῖς, συνεταῖς, also by πικραῖς, ὀξείαις, Hsch.)

Saved

Recent