πηλοποιός
πηλο-ποιός, ὁ,
- = πηλοπλάθος, BGU 362 viii 8 (iii A. D.), Alex.Aphr. Pr. 1.49.
πηλο·ποιός, οῦ (ὁ) potier, propr. qui façonne l’argile, A. Aphr. Probl. 1, 49.
Étym. πηλός, ποιέω.
πηλοποιός, 1) Kot, Schmutz machend.
2) = πηλοπλάθος, Sp., zw.
2) = πηλοπλάθος, Sp., zw.