πινίκιος
πινίκιος, of the πινικόν
πῑνίκιος, ον,
- of the πινικόν, π. κόγχος, = πινικόν, Peripl.M.Rubr. 35: πῑνικόν, τό, pearl produced by the πίνη, ib. 36, 59.