πιτύρισμα
πιτύρισμα, dandruff
πῐτῡρ-ισμα, ατος, τό,
- dandruff, τῆς κεφαλῆς Hdn. Gr. 1.49 cod.C.
πιτύρισμα, τό, = πιτυρίασις, Erklg von ἄχωρ, Arcad. 20.
πιτύρισμα, dandruff