πλατάγημα
πλατάγημα, a clapping
πλᾰτᾰγ-ημα, ατος, τό,
- crack, of the τηλέφιλον (q. v.), Theoc. 3.29, AP 5.295 (Agath.).
πλατάγημα, ατος (τὸ) [ᾰτᾰ] c. le préc. Thcr. Idyl. 3, 29 ; Anth. 5, 296.
πλατάγημα, τό, das Geklatschte, τηλέφιλον, Agath. 9 (V.296). Vgl. πλαταγέω u. πλαταγώνιον.
πλατάγημα
πλᾰτάγημα, ατος, τό,
πλαταγέω
- a clapping, Theocr.