Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πλατάνιον
πλατάνιον, apple
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πλαστουργέω
πλαστούργημα
πλαστουργία
πλαστουργός
πλάστρα
πλάστρια
πλάστρον
πλαστῶς
πλάτα
πλαταγέω
πλαταγή
πλατάγημα
πλαταγίζω
πλαταγών
πλαταγωνέω
πλαταγωνίζω
πλαταγώνιον
Πλάταια
Πλαταιαί
Πλαταιᾶσι
Πλαταιᾶσι(ν)
Πλαταΐδας
Πλαταιεύς
Πλαταιικός
Πλαταιϊκός
Πλαταιΐς
πλαταΐσαι
πλατάκιον
πλαταμώδης
πλαταμών
πλατάνιον
πλατάνιος
Πλατάνιος
πλατανιστάς
πλατανιστής
πλατανίστινα
πλατανίστινος
πλατάνιστος
πλατανιστοῦς
Πλατανιστών
πλάτανος
Πλάτανος
πλατανώδης
πλατανών
πλάταξ
πλάτας
πλατάσσω
πλατέα
Πλάτεα
Πλατέα
πλατεάζω
πλατεῖα
πλατειάζω
πλατειάσδω
πλατειασμός
πλατεῖον
πλατέως
πλάτη
Πλάτη
πλατῆορ
Πλάτης
…
πλατάνιον
Save
πλατάνιον, apple
LSJ
πλᾰτάνιον [τᾰ], τό,
a kind of
apple,
Diph.Siph.
ap.
Ath.
3.81a.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}