ποεσιτρόφος
ποεσιτρόφος, abounding in herbs
ποεσι-τρόφος, ον, (πόα)
- abounding in herbs, Opp. C. 3.189.
ποεσι·τρόφος, ος, ον, fécond en herbages, Opp. C. 3, 189.
Étym. πόα, τρέφω.
ποεσιτρόφος, Kräuter nährend, kräuterreich, γαῖα, Opp. Cyn. 3.189.