ποικιλόχροος
ποικῐλό-χροος, ον, = sq., Lyd. Ost. 10b, Aët. 15.13.
ποικιλό·χροος-ους, οος-ους, οον-ουν [ῐ] de couleurs variées, Arstt. (Ath. 319c).
Étym. π. χρόα.
ποικιλόχροος, zsgzn -χρους, buntfarbig, von buntem Leibe, von bunter Haut, acc. ποικιλόχροα Arist. bei Ath. VII.319c.