πολλαπλήσιος Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape Middle Liddell πολλαπλήσιος, η, ον, Ion. for πολλαπλάσιος. πολλαπλήσιος, v. πολλαπλάσιος. πολλαπλήσιος Ion. voor πολλαπλάσιος. πολλαπλήσιος, ion. = πολλαπλάσιος. πολλαπλήσιος, α, ον Ionic for πολλαπλάσιος.