πολυβῶλαξ Save LSJ Bailly 2024 Pape πολῠ-βῶλαξ, ᾰκος, ὁ, ἡ, = sq., Cypr. 7.11. πολυ·βῶλαξ, ακος (ὁ, ἡ) [ῠᾰκ] c. le suiv. Stasin. (Ath. 334c). πολυβῶλαξ, ακος, = πολύβωλος, Stasin. bei Ath. VIII.334b, ἤπειρος.