Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πολύγιος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πολύβρωτος
πολύβυβλος
πολύβυθος
πολύβυρσος
πολυβῶλαξ
πολύβωλος
πολύβωμος
Πολυβώτης
πολύβωτος
πολυγαθής
πολυγαλακτέω
πολυγάλακτος
πολύγαλον
πολύγαλος
πολυγαμέω
πολυγαμία
πολύγαμος
πολύγελος
πολυγέλως
πολύγελως
πολυγένειος
πολυγενής
πολυγέωργος
πολυγηθής
πολύγηθος
πολυγήραος
πολυγηρία
πολύγηρος
πολύγηρως
πολυγήρως
πολύγιος
πολυγλαγής
πολύγλευκος
πολύγληνος
πολυγλυφής
πολύγλωσσος
πολύγλωττος
πολυγλώχιν
πολύγναμπτος
πολυγνωμοσύνη
πολυγνώμων
πολυγνώριστος
πολύγνωστος
πολύγνωτος
Πολύγνωτος
πολυγόητος
πολύγομφος
πολυγόμφωτος
πολυγόνατον
πολυγόνατος
πολυγονέομαι
πολυγονέω
πολυγονία
πολυγονοειδές
πολυγονοειδής
πολύγονον
πολύγονος
πολύγουνος
πολυγράμματος
πολύγραμμος
πολύγραος
…
πολύγιος
Save
LSJ
πολῠ-γιος, epith. of Hermes at Troezen,
Paus.
2.31.13.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}