πολυδευκής
πολυ·δευκής, ής, ές [ῠ] tout à fait doux, Nic. Th. 209, 625.
Étym. π. δευκής.
πολυδευκής, ές, v.l. Od. 19.521 für πολυηχής, wie Ael. H.A. 5.38 bemerkt ; es soll nach einigen Erklärern von δεῦκος = γλεῦκος herkommen und »sehr süß« bedeuten ; nach Andern von einem ungebräuchlichen δευκής, das die Gramm. bald durch ἐοικώς, ὅμοιος, bald durch λαμπρός erkl. Vgl. Nic. Ther. 209, 625.