πολυμνήστωρ
πολυ-μνήστωρ, ορος, ὁ, ἡ,
- = πολυμνήμων, A. Supp. 535 (lyr.).
πολυμνήστωρ, ορος (ὁ, ἡ) c. πολυμνήμων, Eschl. Suppl. 535.
πολυμνήστωρ, ορος, ὁ, ἡ, = πολυμνήμων, Aesch. Suppl. 530.