πολυπραγμονητέον
πολυπραγμονητέον, one must search after knowledge
πολυπραγμ-ονητέον,
- one must search after knowledge, ἔκ τινος Plb. 9.19.5; περί τινος Ph. 2.312.
πολυπραγμονητέον, vb. du préc. Pol. 9, 19, 4.