Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πολύπρακτος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Πολυποίτης
πολυπόλεμος
πολύπολις
πολυπόνηρος
πολυπονία
πολύπονος
πολυπόνως
πολυποξύστης
πολυπόρευτος
πολύπορος
πολύπος
πολυποσία
πολυποσφάκτης
πολυπόταμος
πολυποτέω
πολυπότης
πολυπότις
πολύποτμος
πολυπότνια
πολυποτόμος
πολύποτος
πολύπους
πολυπραγματέω
πολυπράγματος
πολυπραγμονεύω
πολυπραγμονέω
πολυπραγμόνησις
πολυπραγμονητέον
πολυπραγμοσύνη
πολυπράγμων
πολύπρακτος
πολυπράκτωρ
πολύπρᾳος
πολύπρεμνος
πολυπρεπής
Πολυπρέπων
πολυπρηγμονέω
πολυπρήκτωρ
πολυπρήων
πολυπρόβατος
πολύπροικος
πολυπρόσωπος
πολυπροσώπως
πολυπρώτιστος
πολύπτερος
πολυπτόητος
πολυπτοίητος
πολύπτολις
πολύπτορθος
πολύπτυκτος
πολυπτυχία
πολύπτυχος
πολυπτώξ
πολύπτωτος
πολύπυλος
πολύπυργος
πολυπύρηνος
πολύπυρος
πολύπυστος
πολυπώγων
πολυρ
…
πολύπρακτος
Save
LSJ
πολύ-πρακτος, ον,
= πολυπράγμων,
Vett.Val.
in
Cat.Cod.Astr.
8(1).163.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}