πολυρροίβδητος
πολυρροίβδητος, much-whirring
πολυ-ρροίβδητος, ον,
- much-whirring, ἄτρακτος AP 6.160 (Antip. Sid.).
πολυ·ρροίβδητος, ος, ον, que l’on tire avec grand bruit, Anth. 6, 160.
Étym. π. ῥοιβδέω.
πολυρροίβδητος, viel, oft od. sehr unter Geräusch umgedreht, ἄτρακτος, Antip.Sid. 26 (VI.160).
πολυρροίβδητος
πολυρ-ροίβδητος, ον,
- much-whirring, Anth.