πολυσινής
πολυσινής, very hurtful, baneful
πολυ-σῐνής, ές, (σίνομαι)
- very hurtful, baneful, κύων A. Ch. 446 (lyr.).
πολυ·σινής, ής, ές [ῠῑ] très malfaisant, très nuisible, Eschl. Ch. 446 (var. -σινος).
Étym. π. σίνομαι.
πολυσινής
πολῠ-σῐνής, ές
σίνομαι
- very hurtful, baneful, Aesch.