About Report a problem

Menu

πολύστρεπτος

πολύστρεπτος, much-twisted

πολύ-στρεπτος, ον,
  • much-twisted, δεσμοί v.l. for πολυπλέκτοισι in Nic. Al. 224, cf. Orph. A. 1096, etc.; τὸ ἄστατον καὶ π. τῆς θαλάσσης Lyd. Mens. 4.159.

Saved

Recent