πορνότριψ
πορνό-τριψ, ῐβος, ὁ, (τρίβω)
- = πορνοκόπος, Phryn. 389, Thom.Mag. p.291 R.
πορνό·τριψ, ιβος (ὁ) [ῐβ] c. πορνοκόπος, Syn. 178b.
Étym. π. τρίβω.
πορνότριψ, ὁ, = πορνοκόπος.