Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ποσῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Ποσίδιππος
πόσιμος
ποσίνδα
πόσις
Ποσοιδαία
Ποσοιδάν
ποσοποιός
πόσος
ποσός
ποσοσύλλαβος
ποσότης
ποσόω
ποσσαέτης
ποσσάκι
ποσσῆμαρ
ποσσί
ποσσίκλυτος
ποσσίκροτος
πόσσις
ποσταῖος
ποστημόριον
ποστημόριος
πόστιον
πόστος
Ποστουμία
Ποστούμιος
Πόστουμος
ποσφέρω
ποσώδης
πόσως
ποσῶς
Ποσωχάρης
πόσ’
πότ
ποτ
πότα
ποτα
πόταγε
ποτάγορος
ποτάγχυμεν
ποταγωγίς
ποταείδω
ποταείσομαι
ποταινί
ποταίνιος
ποταινός
ποτάμειος
ποταμέλγω
ποταμεύς
Ποταμεύς
ποταμηγός
ποταμηδόν
ποταμήϊος
ποταμηΐς
ποταμηνή
ποταμηπόρος
ποταμήρρυτος
ποταμήρυτος
ποταμῆτις
ποταμιαῖος
ποτάμιον
…
ποσῶς
Save
Bailly 2024
ποσῶς,
adv.
en quelque manière,
Sext.
P.
1, 120, 227
.
Étym.
ποσός
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}