Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πραίκων
πραίκων, praeco
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πραγματικός
πραγματικῶς
πραγμάτιον
πραγματιστήριον
πραγματογραφέω
πραγματοδίφης
πραγματοειδής
πραγματοκοπέω
πραγματοκόπος
πραγματολογέω
πραγματομαθής
πραγματοποιία
πραγματοποιΐα
πραγματορράφος
πραγματώδης
πραγορίτης
πρᾶγος
πράδησις
πραδίλη
πραε
πραέα
πραεῖα
πραέσι
πραέως
πραθέειν
πραθείς
πραθενεύεσθαι
πραιδεύω
Πραικία
πραικόκιον
πραίκων
Πραινεστῖνος
Πραίνεστον
Πραινεστός
Πραίνετος
πραῖνοι
πραιπόσιτος
πραισίδια
πραισιμνάω
Πραίσιοι
Πραιτέξτατος
πραίτωρ
πραιτωριανοί
πραιτωριανός
πραιτωρίδιον
πραιτώριον
πράκες
πρακτεῖον
πρακτέος
πρακτευτής
πρακτήρ
πρακτήριος
πράκτης
πρακτικεύομαι
πρακτικός
πρακτικῶς
πράκτιμος
Πράκτιος
Πράκτις
πρακτορεία
πρακτόρεια
…
πραίκων
Save
πραίκων, praeco
LSJ
πραίκων, ωνος, ὁ,
= Lat.
praeco,
Stud.Pal.
20p.77 (iv A. D.),
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}