Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πραγορίτης
πραγορίτης, wine
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ποώδης
πρᾶγμα
πραγματᾶς
πραγματεία
πραγματειώδης
πραγματεραστής
πραγμάτευμα
πραγματεύομαι
πραγματευτέον
πραγματευτέος
πραγματευτής
πραγματευτικός
πραγματία
πραγματίας
πραγματίη
πραγματικός
πραγματικῶς
πραγμάτιον
πραγματιστήριον
πραγματογραφέω
πραγματοδίφης
πραγματοειδής
πραγματοκοπέω
πραγματοκόπος
πραγματολογέω
πραγματομαθής
πραγματοποιία
πραγματοποιΐα
πραγματορράφος
πραγματώδης
πραγορίτης
πρᾶγος
πράδησις
πραδίλη
πραε
πραέα
πραεῖα
πραέσι
πραέως
πραθέειν
πραθείς
πραθενεύεσθαι
πραιδεύω
Πραικία
πραικόκιον
πραίκων
Πραινεστῖνος
Πραίνεστον
Πραινεστός
Πραίνετος
πραῖνοι
πραιπόσιτος
πραισίδια
πραισιμνάω
Πραίσιοι
Πραιτέξτατος
πραίτωρ
πραιτωριανοί
πραιτωριανός
πραιτωρίδιον
πραιτώριον
…
πραγορίτης
Save
πραγορίτης, wine
LSJ
πραγορίτης, ου, ὁ,
a kind of
wine,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}