προαιτία
προαιτία, prior cause
προαιτία, ἡ,
- prior cause, Dam. Pr. 122, cf. 118; also προαίτιον, τό, ib. 31 bis: Adj. προ-αίτιος, ον, θεοί Ammon. in Int. 134.4.
προ·αιτία, ας (ἡ) préliminaires d’une cause, Damasc. (Wolf, Anecd. 3, 235).
Étym. π. αἰτία.