Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
προαποτάσσω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
προαποπειράομαι
προαποπέμπω
προαποπεραίνω
προαποπίπτω
προαποπληρόω
προαποπλύνω
προαποπνέω
προαποπνίγομαι
προαποπνίγω
προαπόπτωτος
προαπορέω
προαπορρέω
προαπορρίπτω
προαπορρύπτω
προαποσαρκόω
προαποσβέννυμαι
προαποσβέννυμι
προαποσημαίνω
προαποσμήχω
προαποσπάω
προαποσπογγίζω
προαποσταυρόω
προαποστέλλω
προαποστερέω
προαποστρέφομαι
προαποστρέφω
προαποστύφω
προαποσφάζω
προαποσχάζω
προαποτάσσομαι
προαποτάσσω
προαποτάττω
προαποτειχίζω
προαποτέλεσμα
προαποτελεσματικός
προαποτέμνω
προαποτήκω
προαποτίθημι
προαποτίκτω
προαποτρέπομαι
προαποτρέπω
προαποτυγχάνω
προαποφαίνω
προαποφέρω
προαπόφημι
προαποφθέγγομαι
προαποφοιτάω
προαποχράομαι
προαποχωρέω
προάπτω
προαργέω
προαρδεύω
προαρθρεμβολέω
προαριθμέω
προαρίθμησις
προαριστάω
προαριστεύω
προαριστίδιος
προαρκτούρια
προαρμόζω
πρόαρον
…
προαποτάσσω
Save
Pape
προαποτάσσω
, att.
-ττω
,
vorher ab- oder wegstellen
, Philo.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}