προαποτρέπομαι
προαποτρέπομαι, to turn aside before, leave off
προαπο-τρέπομαι,
- turn aside before, leave off, c. part., προαπετράποντο διώκοντωες X. An. 6.5.31; turn aside to attack, πρός τινα D.C. 47.36.
προαποτρέπομαι
- Mid. to turn aside before, leave off, c. part., προαποτρέπομαι διώκων Xen.