προομαλύνω
προομαλύνω, make level
προομᾰλύνω,
- make level or even first, Pl. Ti. 50e.
προ·ομαλύνω [ᾰῡ] c. le préc. Plat. Tim. 50e.
προομαλύνω, = προομαλίζω, προομαλύνοντες ὅτι λειότατον ἀπεργάζονται Plat. Tim. 50e.