προπαρασκευαστικός
προπαρασκευαστικός, preparatory
προπαρασκευ-αστικός, ή, όν,
- preparatory, Theo Sm. p.16 H., Philagr. ap. Orib. 5.17.4.
προπαρασκευαστικός, ή, όν, préparatoire, Orib. 56, etc.
Étym. προπαρασκευάζω.
προπαρασκευαστικός, ή, όν, vorbereitend, Sp.