προπηλακιστικός
προπηλακιστικός, contumelious
προπηλᾰκ-ιστικός, ή, όν,
- contumelious: Adv. -κῶς D. 30.36.
προπηλακιστικός, ή, όν, beschimpfend ; adv. bei Dem. 30.36, entspricht dem ὑβριστικῶς.