προσψεύδομαι
προσψεύδομαι, add falsely
προσψεύδομαι,
- add falsely, D.S. 14.65, J. BJ 4.4.1; πλάσματα τῇ Λιβυκῇ παραλίᾳ Str. 17.3.3.
προσ·ψεύδομαι, ajouter en mentant, acc. DS. 14, 65 ; Str. 17, 3, 3 Kram.
προσψεύδομαι, dep. med., dazulügen, εἰ καί τινα προσέψευσται αὐτός, DS. 14.65.