προσώπιον
προσώπ-ιον, τό,
- = προσωπεῖον, IG 7.303.68 (Oropus, iii B.C.).
- II = ἄρκιον, Dsc. 4.106: also fem. προσωπίς, ίδος, ibid.; προσωπιάς, Id. Eup. 2.119 (s.v.l.); προσωπῖτις, Gp. 5.48.4.
προσώπιον, ου (τὸ) molène commune, Diosc. 4, 107.
Étym. πρόσωπον.
προσώπιον, τὸ = προσωπίς, Inscr. 1570b.