προτύπωμα
προτύπωμα, pattern
προτύπ-ωμα [ῠ], ατος, τό,
- pattern, π. ἑαυτῷ χρὴ προτιθέναι Σωκράτην Simp. in Epict. p.121 D.
προτύπωμα, ατος (τὸ) [ῠ] esquisse, ébauche, modèle, Simpl. Epict. p. 283b.
Étym. προτυπόω.
προτύπωμα, τό, Vorbild, Sp.