πτάσσω
πτάσσω, shrink back in awe
πτάσσω (cf. πτώσσω.)
- 1shrink back in awe ἔπταξαν δʼ ἀκίνητοι σιωπᾷ ἥροες ἀντίθεοι P. 4.57 [πτάξεις (coni. Edmonds: πτίξεις codd.) fr. 207.]