Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πτεκάς
πτεκάς, cowering
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πρώων
πτάζω
πταίην
πταῖμα
πταίρω
πταίσιμος
πταῖσμα
πταισμάτιον
πταιστός
πταίω
πτακάδις
πτακάλα
πτάκις
πτακισμός
πτακωρέω
πταλόν
πταμένη
πτάμενος
πτανός
πτάξ
πταρμική
πταρμικός
πταρμός
πτάρνυμαι
πτάρνυμι
πταρτικός
πτάς
πτάσσω
πτάτο
πταώτην
πτεκάς
πτέλας
πτελέα
Πτελέα
πτελεάδες
Πτελέανδε
Πτελεατικὸς οἶνος
πτελέη
πτελέϊνος
Πτελεόν
Πτελεός
πτελεώδης
πτελεών
πτέλος
πτέον
πτεραφόρος
Πτερέλας
Πτερία
πτερίδιος
Πτερίη
πτερίνεον
πτέρινος
Πτέριοι
πτέριον
πτερίς
πτέρις
πτερίσκος
πτέρισμα
πτερισμός
πτέρνα
πτέρνη
…
πτεκάς
Save
πτεκάς, cowering
LSJ
Pape
πτεκάς, άδος, ὁ, ἡ,
=
πτάξ,
Phot.
πτεκάς
, άδος, ὁ, s. πτάκις.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}