σαντάλινος Save LSJ Bailly 2024 Pape σαντάλινος, v. σαγάλινος. σαντοίκιον, v. σανδύκιον. σαντάλινος, η, ον [τᾰ] de santal, M. rubr. p. 20, conj. p. σαγάλινος. Étym. σάνταλον. σαντάλινος, von Sandelholz, Sp.