Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σαπρῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σαπάνα
σαπείην
Σάπειρες
σαπείριον
σαπείς
σαπέρδης
σαπέρδιον
σαπερδίς
σαπήῃ
σαπήρειον
σαπουλανᾶς
σαππείριον
σαπρία
σαπρίας
σαπρίζω
σαπριόω
σαπρόγηρος
σαπρόζωος
σαπρόκνημος
σαπρολογία
σαπρόπλουτος
σαπροπωμάριος
σαπρός
σαπρόστομος
σαπρότης
σαπροφαγέω
σαπρόφιλος
σαπρόω
σαπρύνομαι
σαπρύνω
σαπρῶς
σαπύλλειν
σαπύλλω
Σαπφείρα
σαπφείρινος
σαπφείριον
σάπφειρος
Σαπφικός
σάπφιρος
σάπφυρος
Σαπφώ
Σαπφῷος
σαπών
σάπων
σαπωναρικός
σαπώνιον
σαράβαλλα
σαράβαρα
σάραβος
σαράγαρον
Σαράγγαι
Σαράγγης
σάραγος
Σαρακηνιστί
σαρακνον
Σαρακόροι
Σάραμβος
σάραξ
Σαραπανά
σαραπάραι
Σαραπάραι
…
σαπρῶς
Save
Bailly 2024
σαπρῶς,
adv.
salement,
Arr.
Epict.
2, 21, 14
.
Étym.
σαπρός
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}