σαργανίς
σαργαν-ίς, ίδος, ἡ,
- = σαργάνη, Cratin. 40.7.
σαργανίς, ίδος (ἡ) [γᾰῐδ] c. le préc. Crat. (Com. fr. 2, 41).
σαργανίς, ίδος, ἡ, = σαργάνη, Korb, ἐν σαργανίσιν ἄξω ταρίχους, Cratin. bei Ath. III.119c.