σησαμώδης
σησᾰμώδης, ες,
- = σησαμοειδής, σπέρμα, καρπός, Thphr. HP 6.5.3, 9.9.2.
σησαμώδης, ης, ες [ᾰ] c. σησαμοειδής, Th. H.P. 6, 5, 3.
Étym. σήσαμον, -ωδης.
σησαμώδης, ες, = σησαμοειδής, Theophr.