σιλφιόεις
σιλφιόεις, of silphium
σιλφιόεις, εσσα, εν,
- of silphium, μοιρίδα λίτρην Nic. Al. 329.
σιλφιόεις, όεσσα, όεν, de silphium, Nic. Al. 329.
Étym. σίλφιον.
σιλφιόεις, εσσα, εν, von Silphion, Nic. Al. 328.