Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σιτοβόρος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σιτηγέω
σιτηγήσια
σιτηγία
σιτήγονος
σιτηγός
σιτηρεσιάζω
σιτηρέσιον
σιτηρέσιος
σιτήριος
σίτηρις
σιτηρός
σίτησις
σιτητός
σιτηφάγος
σιτίζω
σιτικός
σίτινος
σιτίον
σίτισις
σίτισμα
σιτισμός
σιτιστής
σιτιστός
σίτλα
σιτνίδες
σιτοβόλειον
σιτοβολεῖον
σιτοβόλιον
σιτόβολον
σιτοβολών
σιτοβόρος
σιτόβρυτις
σιτογεωργός
σιτοδαισία
σιτοδασία
σιτοδεία
σιτοδηΐη
σιτοδόκη
σιτοδόκος
σιτοδοσία
σιτοδοτεία
σιτοδοτέω
σιτοδότης
σιτοδοχεῖον
σιτοδόχος
σιτοενδεία
σιτοθήκη
σιτοκαπηλεύω
σιτοκάπηλος
σιτόκεντρον
σιτοκλονέομαι
σιτοκοπικός
σιτοκόπτης
σιτόκουρος
σιτόκριθον
σιτόλεθρος
σιτολειψία
σιτολογέω
σιτολογία
σιτολογικός
σιτολόγιον
…
σιτοβόρος
Save
LSJ
σῑτο-βόρος, ον,
=
σιτοφάγος,
read by
EM
216.9 in
Nic.
Th.
802.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}