σκαιωρέω
σκαιωρέω, devise mischievously
σκαιωρ-έω,
- = πανουργέω, devise mischievously, ἐπιβουλήν τινι Procop. Aed. 1 Prooem., cf. Sch. S. OT 673.
σκαιωρέω, = σκαιουργέω, Schol. Eur. Or. 432, πανουργέομαι, VLL.