About Report a problem

Menu

σκαιότης

σκαιότης, lefthandedness, awkwardness

σκαι-ότης, ητος, ἡ, (σκαιός III)
  • awkwardness, ἀγνωμοσύνη καὶ σ. Hdt. 7.9.βʹ; αὐθαδία τοι σκαιότητʼ ὀφλισκάνει S. Ant. 1028; ἐν ἀμαθίᾳ καὶ σ. Pl. R. 411e; σ. πλουσία, opp. σοφὴ πενία, Critias 29 D.; σ. τῶν τρόπων D. 6.19.

Saved

Recent