σκυβάλισμα Save LSJ Bailly 2024 Pape σκῠβᾰλ-ισμα, ατος, τό, = σκύβαλον, Ps.-Phoc. 156. σκυβάλισμα, ατος (τὸ) [ῠᾰλ] c. σκύβαλον, Phocyl. 144. σκυβάλισμα, τό, = σκύβαλον, Phocyl. 144.